Η ήμερη βελανιδιά του Έβρου
Η ήμερη βελανιδιά είναι φυλλοβόλο είδος δρυός, ανθεκτικό στην ξηρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες. Συχνά, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και το υψόμετρο, ρίχνει τα φύλλα του λίγο πριν βγάλει τα νέα και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και ως ημιαειθαλές. Πρόκειται για δέντρο μακρόβιο, με πλούσια κόμη που φτάνει σε ύψος 15-20μ. Ξεχωρίζει εύκολα από τις άλλες βελανιδιές από τα φύλλα και το μεγάλο σε μέγεθος βελανίδι. Τα φύλλα είναι μακρόστενα-λογχοειδή, χνουδωτά, με έντονα τριγωνικά δόντια στις παρυφές. Το βελανίδι έχει μέγεθος μέχρι 4 εκ. και περιβάλλεται από χαρακτηριστικά μεγάλο κύπελλο, διαμέτρου έως 7 εκ. το οποίο εξωτερικά φέρει μακριά λέπια που μερικές φορές είναι κυρτά προς τα έξω.
Η επιστημονική της ονομασία είναι Quercus ithaburensis και προέρχεται από το όρος Θαβώρ (Thabor oak) όπου το 1835 έγινε η πρώτη καταγραφή του είδους. Η αγγλική ονομασία της είναι Valonia oak και προέκυψε από την ιταλική απόδοση (Valona) του λιμανιού του Αυλώνα στην Αλβανία, το οποίο στο παρελθόν αποτέλεσε το σημαντικότερο κέντρο εξαγωγικού εμπορίου βελανιδιών της Μεσογείου.
Η Quercus ithaburensis είναι είδος της ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση από την νοτιανατολική Ιταλία έως το Ισραήλ και την Ιορδανία στα ανατολικά. Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος macrolepis το οποίο βρίσκεταιο σε πεδινές περιοχές, καθώς και σε κάποια νησιά, συχνά κοντά στην παράκτια ζώνη, σε υψόμετρο συνήθως μέχρι 500 μ., ωστόσο μπορεί να φτάσει και στα 1200μ.
Η ήμερη βελανιδιά είναι δέντρο πολλαπλών λειτουργιών και χρήσεων. Διάσπαρτα ώριμα δέντρα ή αραιές συστάδες έχουν διατηρηθεί κοντά σε οικισμούς και αποτελούν τα λεγόμενα «δασολίβαδα» λόγω της παραδοσιακής χρήσης τους για βόσκηση. Τα βελανίδια χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα ζώα (στο παρελθόν έχει αποτελέσει διατροφικό συμπλήρωμα και για τον άνθρωπο) ενώ τα λέπια του κυπέλλου έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε πολύτιμες για την βυρσοδεψία τανίνες. Το ξύλο της ήμερης βελανιδιάς είναι κατάλληλο για κατασκευές και εργαλεία, ενώ αποτελεί και υψηλής θερμικής απόδοσης καυσόξυλο.
Τα ανοιχτά δάση αυτής της βελανιδιάς με τα ώριμα δέντρα που εναλλάσσονται με διάκενα και λιβάδια αποτελούν έναν βιότοπο ιδιαίτερα σημαντικό για την βιοποικιλότητα. Σήμερα έχουν περιληφθεί στον τύπο οικοτόπου της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «Δάση βελανιδιάς (Quercus macrolepis)» με κωδικό 9350 και προστατεύονται.
Που έχει ήμερες βελανιδιές στον Έβρο;
Κυρίως στο νότιο τμήμα του νομού, από τη Νίψα και κάτω σε όλες τις πεδινές περιοχές των χωριών που περιβάλλουν βόρεια την Αλεξανδρούπολη. Ξεχωρίζουν διάσπαρτες στα χωράφια αγέρωχες ως μνημείο μιας πρώην αγροτικής ζωής που εξαρτιόταν από την κτηνοτροφία όπου τα ζώα οδηγούνταν στη σκιά τους για τροφή και ξεκούραση. Πολλές βελανιδιές σώζονται στο βόριο τμήμα της πόλης της Αλεξανδρούπολης στα χωράφια και πολύ περισσότερες εντός των στρατοπέδων της περιοχής. Η ήμερη βελανιδιά συνδέεται με την ιστορία της πρωτεύουσας του Έβρου, καθώς η παλιά της ονομασία Δεδέ-Αγάτς που σημαίνει παλιό δέντρο, δέντρο του παππού ή δέντρο του ερημίτη, αναφέρεται σε αυτό το είδος βελανιδιάς. Υπάρχουν δυο εκδοχές για την προέλευση της ονομασίας: α) από την αιωνόβια βαλανιδιά (Quercus ithaburensis subsp. Macrolepis) όπου βρισκόταν ο τάφος του Τούρκου Ντεντέ, ενός σοφού δερβίση, που ήρθε σε κόντρα με ανώτερό του, και πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη βελανιδιά και τελικά ενταφιάστηκε δίπλα σε αυτή και β) από τις βελανιδιές που σκίαζαν την παραλία (ντεντέ-αγατσλάρ).
Στο πρόγραμμα σποροσυλλογής που ξεκίνησε το 2025 με στόχο τη μελέτη και την καταγραφή των ενδεικνυόμενων χειρισμών πολλαπλασιαστικού υλικού ιθαγενών ειδών της Π.Ε. Έβρου, η ήμερη βελανιδιά ήταν σαφώς στη λίστα των ειδών που συλλέχθηκαν και στάλθηκαν στο φυτώριο της Αμυγδαλέζας για τους περαιτέρω χειρισμούς. Για ένα τέτοιο ιστορικό και αιωνόβιο είδος που είναι πλέον περιορισμένο σε λίγες θέσεις, αξίζουν οι προσπάθειες διάσωσής του και εγκατάστασης του σε περισσότερους πληθυσμούς στη φύση, καθώς και η αναπαραγωγή και αξιοποίησή του ως καλλωπιστικό είδος γεγονός που θα διασφαλίσει τη βιωσιμότητά του. Φυσικά τα βελανίδια αποτελούν ακόμη τροφή αν όχι για τα κτηνοτροφικά ζώα που έχουν μειωθεί δραστικά, αλλά για τα άγρια ζώα όπως τα αγριογούρουνα. Η χρήση τους στη γαστρονομία έχει επίσης αξιοποιηθεί, όπως για παράδειγμα από αυτά μπορεί να παραχθεί αλεύρι με χαμηλή παρουσία γλουτένης.
Πηγές:
- Κοράκης Γ. 2015. Δασική Βοτανική – Αυτοφυή Δέντρα και Θάμνοι της Ελλάδας. Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα. 620 σελ.
- https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7
